CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

Δευτέρα, 6 Ιούλιος 2009

τ Α υ τ ο φ ω ν ί α


Το κοριτσάκι ήθελε τη νύχτα αγκαλίτσα. Και όχι μόνο.

Το αγόρι ήθελε φιλιά. Και όχι μόνο.

Νόμιζαν πως υπήρχε ταυτοφωνία, τουλάχιστον στο "και όχι μόνο".

Λάθος...ουψ και ουφ και ααχ, τί πάθαμε!


Όμορφη η νύχτα, καλοκαιρινή και μωβ.

Ιδρώτας η αγκαλιά του - την έπνιγε μαζί με τα "Σ΄αγαπώ!" του.

Στο σώμα της ανύπαρκτος ο αντίλαλος αγάπης - Τον άγχωσε.

Έσταζε μέλι το φιλί του,

γλυκό σαν τις λεξούλες που έγδυνε η αναπνοή του.

Διψούσε για χάδι

μα αυτή του πρόσφερε κρασί σε κρύσταλλο,

που θύμιζε το βλέμμα της - εύθραυστο, διάφανο και άηχο.

Τουλάχιστον ήταν κόκκινο και ξηρό...το κρασί.


Μισός έρωτας, αυτή με πόθο, αυτός με πάθος.

Το σώμα της τραγουδούσε η ψυχή του.

Σα να έπαιζε η Σελήνη με τα σύννεφα, κρυφτό.


Ξημέρωσε. Τα σώματα κοιμόντουσαν αποκαμωμένα του έρωτα.

- Το ίδιο και η Σελήνη. Νάνι τάιμ.-

Οι ψυχές σαν τα σύννεφα ταξιδεύουν αλλού, στα πραγματικά τους "θέλω".

Αυτός ονειρεύται την αγάπη της.

Αυτή ονειρεύται πως σίγουρα κάπου αλλού θα υπάρχει ο Αγάπης της..

Όνειρα,

που σαν τελειώσει ο ύπνος γίνονται βροχή ν΄ αναστήσουν το χώμα.

Σαν τα σύννεφα.

Μακάρια η ανακύκλωση της Φύσης και του Ονείρου.


Δεν το ξέρει ακόμα.Αυτός.

Θα περάσουν αρκετές νύχτες.

Θα τον αφήσει με το ίδιο παράπονο. Αυτή.

Μα έχει ήσυχη τη συνείδησή της. Ό,τι έχει, του το δίνει.

Χαμόγελο και νάζι. Φροντίδα κι αγκαλιά.

Κι αυτός εξάλλου αν την αγαπάει πραγματικά, μπορεί να μετατραπεί στον Αγαπη, που περιμένει.

Παρασκευή, 19 Ιούνιος 2009

Μια μπάλα λατέρνα


"Λαλαλάι λαλαλαλαλαλαλα τραλαλαλααααααααααι"

- Παππούυυυυυυυυυύ, ο παγωτάρης!!! Παππού, παππού, ήρθε ο παγωτάρης!!!

Δεν περίμενα το δεύτερη νότα- ένα συγκεκριμένο απόγευμα των καλοκαιρινών βδομάδων, τα αφτιά μου έπαιρναν το μέγεθος των του Ντάμπο, και την ακοή της Λάσσης (καλό -καλό, κλίνεται μια χαρά! Ω Λάσση μου! :) )- Ακόμα στην αρχή του δρόμου, το ψηλό πολύχρωμο αυτοκινητάκι και η μουσική λατέρνας. Στην πρώτη νότα, που έφτανε ξεκάθαρα στον κήπο της γιαγιάς και του παππού, ό,τι και να παίζαμε, το παρατούσαμε. Μέχρι να φτάσει ο παγωταντζής στην μέση του δρόμου και να σταματήσει, είχε γεμίσει ο δρόμος φωνίτσες κι αγριοφωνάρες.

Και χαλί, απτόητη, η μουσική.

Μόνο που στις μιάμιση το μεσημέρι, εδώ σε αυτόν τον δρόμο, δεν περνάει παγωταντζής. Απλά ακούγεται η τυπική μουσική λατέρνας. Τελευταία φορά, νομίζω, την είχα ακούσει στην Καλαμαριά. Εδώ; Δεν θυμάμαι...

Ο δρόμος μας όμως γέμισε μουσική!

Τρέχω στο παράθυρο. Λάθος. Στέκομαι και κάνω ενάμιση βήμα.

Ένας χαρούμενος άνθρωπος. Με μια μίνι λατέρνα κι ένα αρκουδάκι ψεύτικο. Στα απέναντι παράθυρα βγαίνει κι άλλος κόσμος. Αντικρυστά βλέμματα μισής στιγμής. Τράβηγμα της κουρτίνας πάλι, στα μισά. Μια μελαχροινή κοπελιά, χαμογελαστή, εξαφανίζεται κι επανεμφανίζεται. Πετάει από το παράθυρο νομίσματα. Δεν έχω μία, αυτές τις μέρες. Δυστυχώς, ούτε ένα απλό ευχαριστώ δεν μπορώ να πω στον χαρούμενο άνθρωπο.

Έχει τουλάχιστον μισό αιώνα στις πλάτες του. Τα μαλλιά του, χορεύοντας στον αέρα, θυμίζουν ποιόν άλλον; Τον Άιστάιν. Μικροκαμωμένος ο ανθρωπάκος, με το χρυσοκόκκινο μαύρισμα των Μεσογειακών, που τον ομορφαίνει. Στο μεταξύ, δεν έχει σκύψει να πάρει τα νομίσματα. Κι ας έχουν πέσει ουσιαστικά, μπροστά στα πόδια του.

Η κοπελίτσα του φωνάζει να πάρει τα χρήματα.

Της απαντάει σε γλώσσα με σπασμένες λέξεις και βαλκάνια προφορά.

- Εγώ χαρά θέλω μόνο να φέρω! Είναι τόσο ήσυχοι αυτοί οι δρόμοι. Τόσο καταθληπτικοί!

Και πάλι αντίκρυσμα βλεμμάτων.

Ομορφαίνει ο άνδρας, ακόμα περισσότερο. Απομαγνητίζομαι και τρέχω να προλάβω μια φωτογραφία. Να κρατήσω αυτή την τόσο σπάνια στιγμή, που σίγουρα, θα αργήσει πολύ να ξαναφτάσει παρόμοιά της. Η εδώ πραγματικότητα μου ψιθυρίζει κακόβουλα "αν δεν καλέσει κανένας κρύος την αστυνομία και τον κλείσουν μέσα για τρελλό!". Πείσμα κι αυθόρμητη μονοπροτάσαια προσευχούλα, να τον προσέχει ο ουρανός.

Επιστρέφω στη μουσική, χαμογελώντας...

και στο παγωτό, που μας αγόραζε μια φορά τη βδομάδα ο παππούς.

Και τότε, αρχίζει άλλο τραγούδι, χωρίς λέξεις. Και η μελωδία, στέλλει σε Μελίνα και Μάνο. Σε Μεσόγειο και γλάρους. Σε βόλτες στην παραλία.

" Aπ' το παράθυρό μου στέλνω
ένα δύο και τρία και τέσσερα φιλιά
που φτάνουν στο λιμάνι
ένα και δύο και τρία και τέσσερα πουλιά

Πώς ήθελα να είχα ένα και δύο
και τρία και τέσσερα παιδιά
που σαν θα μεγαλώσουν όλα
θα γίνουν λεβέντες για χάρη του Πειραιά

Όσο κι αν ψάξω, δεν βρίσκω άλλο λιμάνι
τρελή να με 'χει κάνει, όσο τον Πειραιά
Που όταν βραδιάζει, τραγούδια μ' αραδιάζει
και τις πενιές του αλλάζει, γεμίζει από παιδιά

Aπό την πόρτα μου σαν βγω
δεν υπάρχει κανείς που να μην τον αγαπώ
και σαν το βράδυ κοιμηθώ, ξέρω πως
ξέρω πως, πως θα τον ονειρευτώ

Πετράδια βάζω στο λαιμό, και μια χά-
και μια χά-, και μια χάντρα φυλακτό
γιατί τα βράδια καρτερώ, στο λιμάνι σαν βγω
κάποιον άγνωστο να βρω"

Κι ας ματαίωσα όλα τα σχέδια για το Σκύριακο. Φταίχτης ο καιρός.

Όμορφη γίνηκε η Παρασκευή, εντελώς ξαφνικά.

Πέμπτη, 11 Ιούνιος 2009

κουραστικά ταξίδια


Στο διαμέρισμά της, νύχτα, σχεδόν μεσάνυχτα.
Αυτός ροχαλίζει, και την κρατάει σφιχτά στην αγκαλιά του, τόσο που την πνίγει...
Η όλη κατάσταση την πνίγει, για την ακρίβειαν...
Απόψε δεν μπορεί να κοιμηθεί, ξανά, προσπαθώντας να σκιτσάρει τον απολογισμό της σχέσης τους...
Πέντε χρόνια ήταν μαζί,αγαπημένοι,εραστές και κολλητοί. Τίποτα δεν συνέβαινε στη ζωή του ενός χωρίς να το νιώσει ο άλλος. Αν και δεν μιλούσανε με το "εμείς", το νιώθανε, το ζούσανε...
Μέχρι εκείνη την απαίσια βραδιά, που της ζήτησε να τον παντρευτεί,
Έλιωσαν τα γόνατά της, ξεράθηκε ο λαιμός, δεν έβγαινε απάντηση καμία,
μα στα μάτια της είχε θρονιαστεί ο τρόμος.
Δεν είχαν κλείσιε ακόμα τα εικοσιπέντε, πού να έτρεχαν για στεφάνια και κουφέτα;

Εκείνος, προσπάθησε να της αλλάξει γνώμη, αφού ήταν τόσο καλά, γιατί να μην προχωρούσαν στο φυσικά επόμενο στάδιο;

-Δεν ξέρω αν θέλω να παντρευτώ ποτέ...

-Μαζί μου εννοείς δεν θέλεις να παντρευτείς ποτέ!

- Σ' αγαπάω, αυτό δεν μετράει;

- Όχι πια...Είναι καιρός να μεγαλώσεις!

Πέρασαν δυο χρόνια, μιλούσαν σπάνια, θα συναντήθηκαν το πολύ δέκα φορές για να καταλήξει το ποτό σε τσακωμό, το φαγητό σε σιωπή.
Δυο χρόνια χώρια, προσπάθησε να καταλάβει τί ήθελε, το μόνο σίγουρο ήταν πώς τελικά, δεν ήθελε το "για πάντα"...μαζί του, χωρίς να υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος, απλά επειδή έτσι ένιωθε...

Μέχρι πριν ένα χρόνο, που το φαγητό έγινε ποτό και το ποτό τρέλλα, που διήρκησε ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο, σαν στις μικρές μέρες του έρωτά τους.

Εδώ κι ένα χρόνο λοιπόν...

Αυτός,
αναρωτιέται : " Πάντα θα σ΄αγαπώ, εσύ;"
έρχεται να βγούνε, να μιλήσουν, να κοιμηθούνε αγκαλιά,
στο καινούριο της διαμέρισμα,
μα οι ζωές τους δεν τέμνονται ποτέ,
δεν βγαίνουνε με φίλους,
αλλά μόνοι,
- και πάντα στην πόλη της-
φεύγει πολύ νωρίς τα πρωινά,
αφήνει πέρα από τη ζεστασιά του, ένα φιλί, που δεν μοιάζει με ρουτίνα αλλά με ριτουάλ,
που την μπερδεύει ολοένα και πιο πολύ...

Αυτή,
κάποιες στιγμές αναρωτιέται:
"Αφού μ' αγαπάς γιατί δεν είμαστε μαζί;"
μα...
Δεν τον ρωτάει τίποτα,
ίσως και να γνωρίζει τις απαντήσεις,
τί ίσως δηλαδή; Μάλλον!
Η κάθε τους βραδιά είναι μια ακόμα απολογία της,
ενοχική,
Ερινύα χωρίς διάθεση για έλεος.
Προσπαθεί να βρει πνοή...
Ξέρει πως για την τότε απόφαση, δεν έχει μετανιώσει,
μα την σκοτώνει η αδυναμία να τον βγάλει τελείως εκτός από τη ζωή της...

Βαθαίνει η θάλασσα,
δυναμώνει κι ο αγέρας,
ούτε ένα νησάκι γύρω,
ή έστω ένα κούτσουρο από κάποιο πεθαμένο καράβι...

Πέμπτη, 21 Μάϊος 2009

Συνειδητοποίηση


Σάστισα...

διότι λίγο πριν με προσπεράσει το φορτηγό, επικαλέστηκα τη βοήθεια Του Θεού, σε λέξεις, που ως πριν δέκα χρόνια μου ήταν παντελώς άγνωστες,

Ρίγος,

αφού τις ένιωθα,
μαζί με την στιγμιαία προσευχή,

που με έσωσε από ένα γελοίο και παραλίγον θάνατο, (που με φλερτάρει κάθε μέρα, ούσα άτσαλη και ονειροπόλα)

μα δυο λεπτά αργότερα,

φαντάστηκα πως είχα πέσει από αεροπλάνο στις ράγες ενός τρένου,
που αφού με έκανε χαλί, με παρέσυρε μέχρι τις ακτές της βόρειας θάλασσας,
στην παγωνιά της,

βαρούμ, νταρούμ, πεσκέ διότι επειδή έτσι!

Μα το προσπέρασα σχετικά γρήγορα! (ναι, καλά!)

Μέχρι σήμερα,
μέχρι απόψε,
που ώρες προσπαθώ να γράψω
"σ' αγαπώ!" (κι άλλα πολλά δηλαδή)
...
κι όλο μου βγαίνουν λέξεις,
που μέχρι πρότεινος κορόιδευα,
τις θεωρούσα γράμματα πεζά, μαθηματικά βαλμένα δίπλα δίπλα,
σιδηρόδρομο και μπετόν,
που ακόμα και το μαγικό "Φεγγαρόφως" δεν προφέρεις,
χωρίς να μουδιάσουνε από την προσπάθεια τα χείλια...

Κλαίω,
γιατί ο στίχος βγαίνει σε γλώσσα που φτιάχτηκε για άλλες ψυχές,

όχι για μας,
που γεννηθήκαμε στης Μεσογείου τον αφρό,
καλά, έστω λίγο πιο πέρα...στην άμμο,
Με λεμονανθούς, λιόλαδο και κρασί γλυκό.
Με γιασεμιά, που εδώ πέρα ξέρουν μονάχα σαν τσάι κινέζικο, άρωμα, όνομα τουρκάλας,και ανάμνηση καλοκαιρινής βραδιάς από κάποιο ταξίδι στην Ελλάδα, σε νησί έστω!
(είδες που δεν μας βγαίνει σήμερα;)

Όντως, δεν ζούμε πια ...σπίτι...

Τρίτη, 28 Απρίλιος 2009

θραύσμα




θραύσμα από μια απόπειρα μου...

"(...)Η σιωπή τρόμαζε περισσότερο τον μεσήλικα άνδρα , που καθόταν στο γραφείο, απέναντι απότους μικρούς.Ευαίσθητη ηλικία, εύθραυστες ψυχές σε μια εποχή που στον κόσμο τίποτα δεν πήγαινε καλά.Από τον ένα πόλεμο στον άλλο σερνόταν η Ευρώπη, προσπαθώντας να πάρει ανάσα.Η Ελλάδα μεγάλωνε και μίκρυνε συνεχώς, με την Τουρκία να θεριέυει σε Ευρώπη κι Ασία.Με τις ευλογίες νικητών και νικημένων. Το νησί ακολουθούσε τους παλμούς της υπόλοιπης γης, μα όλα έμεναν ίδια κι όλα στον αγέρα μύριζαν αλλιώς. Απέναντι, στην Μικρασία, είχαν έρθει τα πάνω κάτω, αφήνοντας αίμα χιλιάδων χρόνων από την ενδοχώρα να χυθεί στη θάλασσα, παρασέρνοντας με κάθε σταγόνα και ένα λυγμό, σε μια γλώσσα που στο μέλλον δύσκολα θα ξανακουγόταν Ανατολικά της Μεσογείου...

Και στο νησί, που σμίγανε πόθοι κι όνειρα για μια καθαρή εθνική ταυτότητα, άκουγες την Ιστορία να συγκρούεται ανελέητα στο ατσάλι της πραγματικότητας. Αγγλική κυριαρχία. Έλληνες χριστιανοί ορθόδοξοι. Μουσουλμάνοι, με προγόνους εξισλαμισμένους έλληνες ή τούρκους έποικους από τις παλιές εποχές της οθωμανικής κατοχής. Λατίνοι, Μαρωνίτες, ευρωπαίοι, Άραβες. Από την Ανατολή είχαν συρθεί ψάχνοντας σωτηρία από τους εκτελεστές τους, Αρμένιοι κι Έλληνες.

Κι όσο η Ελλάδα μεγάλωνε άλλοτε με γη κι άλλοτε με πρόσφυγες, τόσο μεγάλωναν και οι πόθοι του νησιού να ενωθεί μαζί της. Στον μεγάλο αγώνα του περασμένου αιώνα, τόσοι είχαν στείλει βοήθεια σε χρήματα, όπλα και νειάτα. Τα όνειρα φούσκωσαν όταν επιτέλους κατάφερε η Κρήτη να μπει και επίσημα στον χώρο του ελληνισμού. Με την χαρά των Κυπρίων, ίσως να υπήρξε και μια σταγόνα καλής ζήλειας. Η ανυπομονησία – αν μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει ως ανυπομονησία τους αγώνες τόσων αιώνων- μεγαλώσε επικίνδυνα. Για τους Άγγλους και τους βολεμένους."

Παρασκευή, 13 Φεβρουάριος 2009

διάφανα


Ένας απέραντος κόσμος απλώνεται μπροστά της. Λειβάδια σπαρμένα με μπεζ πολυκατοικίες και λευκά σπίτια, που επιτρέπουν λίγο χρώμα στα τζάμια ή στους αυστηρά διακοσμημένους κήπους. Πηγαινοέρχονται οι άνθρωποι, μεταφέροντας στους ώμους τους ρουτίνα. Τρέχουν μα τα βάζα τους μένουν πάντα άδεια...Αν μπορούσαν μόνο να δουν τη ραγάδα στο πίσω τοίχωμα... Δεν έχουν χρόνο για να σταματήσουν, να σκεφτούν, να ελέγξουν...μονάχα πηγαινοέρχονται, μοιάζοντας περισσότερο στον ίσκιο τους...

Πηγαινοέρχονται και οι σκέψεις μαζί τους άραγε; Ή είναι πάντα ίδιες; Κι αν μοιάζουν κι αυτές σκιές; Φαντάσματα;

Πάντως ...

Οι φωνές ολοένα και ησυχάζουν όσο αλλάζουν θέσεις ο ήλιος με τη σελήνη. Ευτυχώς που παραπατώντας καμιά φορά η τελευταία,κρύβεται μέσα στον κόσμο. Ίσως και να δίνει έναυσμα για κρυφό παιχνίδι ανάμεσα στους δύο...μα ο ήλιος τυφλώνεται από το ίδιο του το φως, για αυτό και χορεύει μηχανικά...αν έβλεπε τις τσαχπινιές της μικρής νυχτερινής πλανεύτρας, δεν θα μαγεύετο έστω για ένα γύρο;

Σε τέτοια παιχνιδίσματα της σελήνης, ξεχνιούνται οι άνθρωποι και θυμούνται να κοιτάξουν προς τον ορίζοντα...

Μα...

Για την ακρίβεια, «σαν τον τόπο σου δεν υπάρχει. Σαν τον τόπο του γείτονα, επίσης. Και ο παραδίπλα, δηλαδή, καλός είναι.»

Μέχρι τον τοίχο, όλα επιτρέπονται, όλα απλώνονται στα πόδια της, περιμένοντας να τα μαζέψει και να τα χαρεί. Μα δεν ξέρει, πώς...

Βλέπει μονάχα τον τοίχο και θέλει να τον ισοπεδώσει. «Ο μικρός μου Δον Κιχώτης», την πειράζει ο μπαμπάς της...και στο χαμόγελό του, στέκεται μια ρυτίδα πίκρας.

Απαγορεύεται να περάσεις τον τοίχο χρησιμοποιώντας την τεχνολογία. Αν το κάνεις, απλά θα δεις την πίσω του μεριά. Όχι όμως τον κόσμο που κρύβεται εκεί.

Απαγορεύεται να περάσεις τον τοίχο αφουγκράζοντας τους καλπασμούς της ψυχής σου γιατί θα κοιμηθεί το μυαλό, ανήμπορο να επιστρέψει ξανά στον κόσμο που ανήκει.

«Μόνο με το σώμα, λοιπόν;»

Δοκίμασε με νύχια να τον ξύσει, μα της μάτωσαν. Πήρε φόρα να πηδήξει από πάνω, μα έσπασε τα μούτρα της. Περπάτησε μερόνυχτα για να φτάσει στην άκρη του, μα δεν την βρήκε. Πρσπάθησε να τον σκαρφαλώσει. Ένα μήνα ανέβαινε και αντί για το κεφάλι του τοίχου,βρήκε το προσκεφάλι των αστεριών...Από την απογοήτευσή της, έπεσε και προσγειώθηκε φαρδιά πλατιά στην οροφή της πιο ψηλής μπεζ πολυκατοικίας.

«Κι αν έβαζε μυαλό, καλά θα ‘ταν! Μα πού; Σκοτώνεται, περνάει μια βδομάδα ήσυχη και μετά πάλι απ΄την αρχή, σα να μη συνέβη τίποτα. Δεν ξέρουμε τί θα κάνουμε με τούτο το παιδί. », παραπονιέται η μητέρα.

Τώρα, είπε να σκάψει τη γη, να περάσει από κάτω.

«Ξεχνάς τους κανονισμούς, Δον Κιχώτη μου! Είναι αδύνατο να μπεις στον παράλληλο κόσμο!»

«Εγώ θα μπω!!»

Αποχαιρέτησε όσους έπρεπε κι άρχισε να σκάβει. Τελευταία προσπάθεια. Τελευταίο ταξίδι. Αν τα καταφέρει, μάλλον δεν θα τους ξαναδεί. Αν πάλι γυρίσει πίσω, άπραχτη, ξανά, δεν θα θέλει να ξαναδεί το ταγκό τους: τη σελήνη να ανατριχιάζει στην αγκαλιά του ήλιου.

«Τρεις μήνες τώρα που έφυγε... Και δεν λέει να ησυχάσει η ψυχή της, Δεν ξέρω τί θα κάνουμε με τούτο δω το παιδί!», συνεχίζει το παράπονο η μάνα.

Πού να ‘ξερε... Πως στο χώμα, βρήκε τις απαντήσεις της. Συνάντησε κι άλλους όμοιούς της, και σκάβουνε παρέα. Κάθε ώρα που περνάει, βλέπει το δέρμα της να δίνεται στις ρίζες των λουλουδιών. Δεν υπάρχει σιωπή εδώ κάτω, όπως έλεγαν. Μονάχα τραγούδια. Χαρούμενα τραγούδια...

Υπέροχη η αλλαγή στα κορμιά τους. Ποιός είπε πως η φύση δεν ξέρει να προικίζει όσους την φέρνουν στα όριά της;

Πλησιάζουνε τώρα, την άλλη μεριά του τοίχου, επιτέλους.

Δεν την νοιάζει που αντί για δέρμα, έχει ντυθεί η ψυχή της με γιασεμιά. Τα μακριά καστανά μαλλιά, αντικαταστήθηκαν από φεγγαραχτίδες. Μονάχα τα μάτια της παραμένουν μαύρα,αν και διάφανα. Σαν δροσοσταλίδες της νύχτας. Μάλλον για να ταιριάξουν με τα μικρά λευκά ανθάκια.

«Τί όμορφο καθρέφτισμα που έχουν τα νερά αυτής της λίμνης.

Τί πολύχρωμος που είναι αυτός ο κόσμος.

Αν ήξεραν και οι άλλοι, θα έτρεχαν παρέα...»

Επιτέλους, σπίτι.

Μα κι αυτό, γυροφέρνεται από ένα τοίχο. Όρια. Σύνορα. Ανεπίτρεπτες περιοχές. Απαγορεύεται η πρόσβαση...τς τς τς...Μα δεν αλλάζουν ποτέ οι αρχές;

«Τί διάφανος που είναι τούτος εδώ ο τοίχος..

Γιατί, αλλάζουν ποτέ οι ψυχές;

Τετάρτη, 24 Δεκέμβριος 2008

Των Γεννών και της Αυγής


Αντί για έλατο, πλαστικά ψεύτικο ή αληθινό και μισοπεθαμένο,


ένα ξύλινο καραβάκι...που πάει γυαλό γυαλό, καμιά φορά και σύννεφο σύννεφο, στων ονείρων τις πηγές...


με φωτάκια, έστω, να τρεμοσβήνουν και να θυμίζουν τις καρδιές μας, που από τη στιγμή που γεννήθηκαν, τρεμοπαίζουν σε μια λεπτή κλωστή,


αντί για δώρα, χαρτάκια με ευχές,


που τόσο θέλουμε να γεννηθούνε...


Δεν ξέρω αν θα είμαι έτοιμη για την πραγματοποίησή τους,


εύχομαι μόνο,


αν κάποια "θέλω" και "αν" ντυθούνε με ύλη στο 2009,
να μην τ' άκουσε κανένα τζίνι


αλλά


να τα ποιήσει με αγάπη περισσή,


ο πραγματικός Άης Βασίλης κι εμείς.




Ό,τι καλύτερο,


με πολλή αγάπη,


καλή μουσική,


μαθήματα χρυσά,


πάντα με υγεία!




πολλά πολλά πολλά σας μμμμΜΜμμμμΜΜμμμμμάάάάάάάάάκια!!!


Τρίτη, 22 Ιούλιος 2008

κυματοθραυστικά



Λατρεύεις το κολύμπι,
γιατί δεν μοιάζει σε τίποτα με το περπάτημα...
Στο νερό πετάς ελεύθερα χωρίς τον κίνδυνο της πτώσης.


Ακόμα κι αν αφεθείς στο έλεος της θάλασσας,
αυτή θα σε φτύσει προς τον ουρανό,
αναγνωρίζοντας πως δεν της ανήκεις.
θα σε ξαπλώσει στον αφρό,
για να σε επιστρέψει στη ξηρή, λιαστή άμμο.


Αφουγκράσου ...
γιατί αν η λογική βρίσκεται στην άμμο και στην άσφαλτο,
καθαρά, στρωτά...
η καρδιά είναι σαν την θάλασσα,
για να την κατακτήσεις οφείλεις να παιδευτείς και να την ταξιδέψεις.
Κι αν ποτέ απειληθείς, ξέρει αυτή:
πάντα μα πάντα θα σε αφήνει στον πρώτο κυματοθραύστη,
να πάρεις ανάσα, να δεις καθαρά τον ήλιο,
να σκεφτείς χωρίς να παλεύεις για επιβίωση σε λάθος στοιχείο.
Θα σε προστατέψει από τα άγρια κύματα και τους θρασύτατους αγέρηδες,
που μαζευτήκανε να σε πνίξουνε στο πιο πυκνό "φοβάμαι".

Κι αφού καταφέρεις πάλι να σταθείς στα πόδια σου,
δική σου η απόφαση:
θα βουτήξεις ξανά στα βαθιά και στο άγνωστο
ή θα επιστρέψεις στην στεριά;

Τρίτη, 15 Ιούλιος 2008

15η και φαρμακερη


Ενας γιγαντιος κουβας με ονειρα τυφλων,που δεν αντεχανε να βλεπουνε την Ενωση να θρυμματιζεται.Κι ας εριξαν στον ταφο τον Ακριτα της.

Πιστευαν πως υπηρετουσαν την Ελευθερια, κι ας ητανε σκυλακια της Δικτατοριας.

Βεβηλωσανε την Ιστορια απο ηλιθιοητα.Σκοτωθηκανε με τα αδερφια τους για μια χουφτα χωμα.

Νομιζαν πως υψωναν την Γαλανολευκη εναντια στον Δικεφαλο, που ειχε σμιξει με το Σφυροδρεπανο και γεννουσανε συνεχεια Μισοφεγαρα και κοκκινα αστερακια.

Πιστευαν πως θα εφερναν επιτελους το βιολι στην αγκαλια του Αιγαιου.

Μα επεσαν εξω.

Ξεχασαν τα συμφεροντα του Μεγαλου Τσιρκου.

Δεν καταλαβαν οτι ηταν τα μικροτερα πιονια στον χαρτη της πολιτικης.Πως ο ηρωισμος εσβησε στην αγχονη το 1960.

Γεμισε ο κουβας αιμα.Σε πεντε μερες, απλα θα επεφτε στο χωμα να το βαψει ενω κυλουσε απο τα πεντε δακτυλα στην θαλασσα.

Και το Αιγαιο ρουφηχτηκε ακομα πιο μακρια απο την Μεσογειο. Μην και μαγαρεψει περισσοτερο.Βλεπεις, στα κυματακια του ακομα κρυβονταν θρηνοι μικρασιατικοι. Πεισματαρικο το κλαμα του προσφυγα, σμιγει με το αλατι του αφρου και σφυριζει τη μελωδια του βυθου.Οσο κι αν αγριεψει το Αιγαιο, ο θρηνος για το αδικο αιμα, δεν ξαναβγαινει στη στερια.Δεν ειναι ερωτικος καημος για να σπασει μια νυχτα, στα βραχια.

...

Μεχρι το τελος του καλοκαιριου ομως το βιολι της Μεσογειου θα εσπαζε.

Οχι για παντα.

Το Μεγαλο Τσιρκο εχει καινουριο σεναριο για τις επομενες παραστασεις του .

Ποιος ξερει;

Ισως καποτε, αναστηθουν πολλα. Οχι μονο ονειρα.

Δευτέρα, 23 Ιούνιος 2008

νυχτερινό απόσπασμα μωβ


Ζεστή η νύχτα, από αυτές τις ανυπόφορες, που ολοένα γυρνάει στο κρεββάτι για να χωθεί στην αγκαλιά του Μορφέα μα στο παραμικρό άγγιγμα του, ιδρώνει και τον σπρώχνει μακριά. Πολλές φορές τον πετάει κι από το κρεββάτι μέχρι την επόμενη νύχτα.
Άνοιξε το παράθυρο διάπλατα. Απέναντι, ένας νεαρός έκανε τσιγάρο στο μπαλκονάκι του. Της χαμογέλασε κυματίζοντας ταυτόχρονα το χέρι του. Διαγράφηκε από το κόκκινο φως του τσιγάρου ένας χαιρετισμός.Τράβηξε την κουρτίνα και ξάπλωσε στο κρεββάτι.
Πααααφ. Με το πρόσωπο στο μαξιλάρι και το στήθος να στριμώχνει το στρώμα. Ανίκανη να πάρει ανάσα, γύρισε ανάποδα με το κεφάλι να βλέπει το ταβάνι και το σώμα να πεθαίνει για αέρα. Τίποτα.
Σηκώθηκε, τράβηξε το φανελάκι και το πέταξε στην καρέκλα. Η γύμνια έφερε μια τρίλεπτη δροσιά.
Μα τότε, μπήκαν στο δωμάτιο οι εχθροί του για να της φέρουν εικόνες από φωτογραφίες που της είχαν τραβήξει...Μαζί του.Μόνη της. Με παρέα. Μνήμες. Τις έδιωξε, μετρώντας κάποια προββατάκια που δεν έβλεπε. Μέτρησε ακόμα και τα αρνάκια που σουβλίζονται κάθε χρόνο μα πάλι η ώρα δεν πέρασε. Ανέβαιναν και τα βλέφαρα, μαζί με την θερμοκρασία.
Το φεγγάρι στρουμπουλό, έριξε όλο του το φως πάνω της. Πώς είχε περάσει από την κουρτίνα; Χαμογέλασε. Δεν είχε ξαναλουστεί η γύμνια της στο φεγγαρόφως. Της άρεσε η αίσθηση. Σα να την είχε διαλέξει η Σελήνη απόψε για να τη χαϊδέψει. Ένιωσε ξεχωριστή, έστω για λίγα λεπτά, επίσημη αγαπημένη του νυχτερινού Ουρανού.
Χαμογελούσε και στις αράδες που άρχισε να της ψυθιρίζει η απόλυτη εχθρός του Μορφέα. Μα δεν είχε δύναμη να σηκωθεί για να γράψει, όχι απόψε.
Ζητούσε τον ύπνο.
ΤΡΑΛΑΛΑΛΑΛΑΑΛΑΛΑΛΑΛΑΛΑΛΑΛΑΛΑΛΑΑΛΑΛΑΛΑΛΑΑΑΑΑΑΑ
στον ήχο του κινητού, εξατμίστηκαν όλα τα στοιχειά! Έμεινε μόνο το φεγγαρόφως.
Βλέποντας το όνομα του, δίστασε για ένα τραλα. Τελικά το απάντησε.
Η φωνή του, δεν φόβισε το φεγγάρι. Της έμεινε πιστό χάδι πολύ μετά που τελείωσε το τηλεφώνημα. Λίγο πριν πέσει το ίδιο στην αγκαλιά του ύπνου.
Κι αυτή, αποφάσισε να αντικαταστήσει τον χαμένο ύπνο με ένα παγωμένο ντους κι ένα διπλό καφέ. Σαν μια απλή θνητή, που είναι, όπως της το φώναζε δυνατά ο Δευτεριάτικος ήλιος.

Δευτέρα, 9 Ιούνιος 2008

Γλυκό του κουταλιού


Αποφάσισαν το καλοκαίρι να επισκεφθούνε το χωριό του παππού και της γιαγιάς!

Ένα χωριό, στην καρδιά της Τουρκιάς.

Μεγάλωσαν τρεις γενιές, με τη νοσταλγία μιας πατρίδας, που γνώρισαν μέσα από τις ιστορίες του παππού και τις γεύσεις της γιαγιάς Μαρούλας.

όμως ...

όταν άκουσε η γιαγιά τα "ωραία νέα για τις διακοπές", σκοτείνιασε.

Άρχισε τις φωνές, ανάμιχτα τα ελληνικά με λέξεις τούρκικες.

"Να πάω σαν τουρίστας στο σπίτι μου; Τρελλαθήκατε! Αν το λέει η καρδιά σας, να πάτε!"

...

Οι προσπάθειες τους να την πείσουν να πάνε όλοι μαζί, απέτυχαν.

Όλη η οικογένεια θα έφευγε αρχές Αυγούστου, πού θα την άφηναν γριά γυναίκα;

Τίποτα, ανένδοτη η Μαρούλα.


Τέλη Ιουλίου,

άρχισαν οι ετοιμασίες. Παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα όλοι ετοίμαζαν βαλίτσες, έχοντας ένα μικρό τρέμουλο στα χέρια.


Τη μέρα της αναχώρησης, ήρθε μια ξαδέρφη για να κρατά συντροφιά στην Μαρούλα, όσο οι υπόλοποι θα έλειπαν.

Τελευταία στιγμή, ο Λευτέρης αποφάσισε να μην συνοδέψει τους υπόλοιπους αλλά να μείνει με τη γιαγιά.

Δεν άλλαξε γνώμη ούτε όταν η μαμά του άρχισε να του λέει για τις μέρες που θα περνούσανε όμορφα...


- Καλά. Τί θέλεις να σου φέρουμε; Κάνουνε ωραίοτατο γλυκό του κουταλιού, άκουσα.

- Ναι. Ένα μπουκάλι, γλυκό του κουταλιού.

- Τί όμως;


Πετάχτηκε η γιαγιά: " Ένα μπουκάλι χώμα. "

Χαμογέλασε ο νεαρός.

"Ωραίο ακούγεται. Αυτό να μας φέρετε. Από ένα μπουκάλι!"

Δευτέρα, 5 Μάϊος 2008

Ποχαιρετισμός στον Μάριο Τόκα

Αν εν αλήθκεια όσα λαλούσειν οι παλιοί,

Τα Πάσκατα τζαι τον Ευαγγελισμό,

Του Άη Γιωρκού τζαι της Κοιμήσεως,

Ο ουρανός έσχει ορθάνοικτες τις πύλες

Τζαι τα φτερά του θανάτου εν καμμένα!



Για σέναν θαρκούμαι, εννά στρωσαν Φίλοι τζι Αγγέλοι,

Ένα χαλί, που γρυσαφένια σύννεφα καμωμένο,

με πολλές μουσικές, θνητές τζαι θείες,πλουμισμένο!

Βουττημένο τα χαράματα μες τα κύμματα του Κουρίου,

Αναστημένο με άγρια κυκλάμινα του Πενταδακτύλου.



Μιαν λαμπάδαν άσπρην εννά κρατά ο Δημήτρης,

Μιαν αγκαλιάν με ούλλον το Αιγαίον, ο Βαγόρας.

Ο Στέλιος εννά παλεύκει με τον Γαβριήλ

Ποιός εννα χορέψει πρώτος τζαι καλύττερος

Το ζεϊμπέκικο του Αρχαγγέλου.



Καλά εννά περνάτε τζειπάνω, μες το Φως.

Μα δακάτω στους θνητούς, μέρα νύχτα,

Μαζί με τα παιθκιά τζαι τα τραούθκια σου,

Παραπονημένο, εννα βουβώσει τζαι το πιάνο σου.

Με νότες ξένες, αργά, εννα τζυλούν οι μέρες του...




Τα λία σου γρόνια, αγάπη

οι πολλές μουσικές, σεμνότις

ούλλα χαλάλιν!

Έπιαες άλλην στράτα,

Τζείνην που θέλουμε να βρούμεν, ούλλοι!

Εις το καλόν! Ελπίζω να τα ξαναπούμεν!


υγ: μιας βδομάδας αντίο, που είχα σημειώσει και στο χωριουδάκι όμως η σωστή του θέση ήταν σε αυτό το παράθυρο με τη μωβ θάλασσα.